Κυριαρχεί η καλλιέργεια σιτηρών στη Βουλγαρία, η οποία τα τελευταία χρόνια αυξάνει τις εξαγωγές της προς τη χώρα μας (14/12/2012 10:43)
Η Βουλγαρία έχει επιτύχει τα τελευταία χρόνια, χάρη στην αυξανόμενη παραγωγή της, να καλύπτει, σε πρώτη φάση, τις εσωτερικές της ανάγκες σε σιτηρά και, παράλληλα, να ενισχύει διαρκώς τις εξαγωγές της. Ένα σημαντικό ποσοστό της βουλγαρικής παραγωγής σιτηρών (της τάξης του 50% ή και παραπάνω κάποιες χρονιές) προορίζεται για εξαγωγές. Έτσι, η αυξημένη παραγωγή σιτηρών τα τελευταία χρόνια στη Βουλγαρία την αναδεικνύει σε μεγάλο «παίκτη» της παγκόσμιας αγοράς. Την ίδια στιγμή η αγορά της Ελλάδας όλο και περισσότερο εξαρτάται από τις βουλγαρικές εξαγωγές σιτηρών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο σύνολο των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων της, τα σιτηρά και οι ελαιούχοι σπόροι καταλαμβάνουν ποσοστό 40%. Πάντως υπάρχουν ευκαιρίες για όσους Έλληνες αγρότες θέλουν να αγοράσουν αγροτική γη στη γειτονική χώρα για να την καλλιεργήσουν, αφού το κόστος παραγωγής είναι φτηνότερο σε σχέση με τη χώρα μας, ενώ θα δικαιούνται να εισπράττουν και κοινοτικές ενισχύσεις.Ειδικότερα στο 2011 από τη γειτονική μας χώρα εξήχθησαν περίπου 2,1 εκατ. τόνοι σιταριού και 1 εκατ. τόνοι καλαμποκιού. Ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών στα δύο αυτά κύρια σιτηρά είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακός στην τελευταία πενταετία και αντικατοπτρίζει την άνθηση του κλάδου στη Βουλγαρία.
Απέναντι στη Βουλγαρία, μια διαρκώς ανερχόμενη δύναμη στην παραγωγή και εξαγωγή σιτηρών, η χώρα μας φαίνεται ιδιαίτερα αποδυναμωμένη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, βάσει των πιο πρόσφατων στατιστικών στοιχείων του ελληνικού Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, η παραγωγή σίτου στη χώρα μας αντιστοιχεί πλέον μόνο στο 35% της αντίστοιχης βουλγαρικής, ενώ η ελληνική παραγωγή αραβοσίτου αντιστοιχεί στο 60% της βουλγαρικής. Φυσικό επακόλουθο των τάσεων αυτών είναι στο διμερές εμπόριο να υπερέχουν σαφώς οι βουλγαρικές εξαγωγές, με αποτέλεσμα το εμπορικό ισοζύγιο στα σιτηρά να είναι την τελευταία διετία συντριπτικά αρνητικό εις βάρος της χώρας μας. Οι μόνες αξιόλογες εξαγωγές της χώρας μας προς τη Βουλγαρία αφορούν στο καλαμπόκι, αν και, πάλι, οι σχετικές εισαγωγές από τη βουλγαρική πλευρά υπερτερούν κατά πολύ.
Όπως αναδεικνύει έρευνα για τη βουλγαρική αγορά σιτηρών, που δημοσιοποίησε το Δεκέμβριο του 2012, το Γραφείο Οικονομικών & Εμπορικών Υποθέσεων της πρεσβείας της Ελλάδας στη Σόφια, η Βουλγαρία την τελευταία πενταετία έχει αυξήσει σημαντικά την παραγωγή σιτηρών και ελαιούχων σπόρων, εκμεταλλευόμενη από τη μια πλευρά την εφαρμογή νέων τεχνολογιών, που βελτιώνουν τη στρεμματική απόδοση, και από την άλλη τη σταδιακή μεταβολή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των αγροτικών γαιών και τη διαρκή ενοποίηση τους.
Σε κάθε περίπτωση, η αντίθετη πορεία της βουλγαρικής και της ελληνικής παραγωγής σιτηρών δεν μπορεί παρά να μας προβληματίσει. Η γειτονική χώρα έχει καταστεί υπολογίσιμος «παίκτης» στη διεθνή αγορά δημητριακών, ενώ, την ίδια στιγμή, εξάγει διαρκώς αυξανόμενες ποσότητες σιτηρών και στην Ελλάδα, ώστε η τελευταία να καλύψει τις εσωτερικές της ανάγκες.
Χαρακτηριστικό της σημασίας που έχει αποκτήσει η Βουλγαρία ως προμηθευτής σιτηρών για τη χώρα μας, είναι το ότι οι βουλγαρικές εξαγωγές σίτου αναλογούν στο 19% των συνολικών εισαγωγών σίτου που πραγματοποίησε η Ελλάδα το 2011, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για το κριθάρι και τον αραβόσιτο είναι 25% και 21%.
Οι τιμές παραγωγού βουλγαρικών σιτηρών καταγράφουν το τελευταίο διάστημα σημαντική αύξηση, ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις.
Η παραγωγή σιτηρών στη Βουλγαρία
Όπως δείχνουν τα στοιχεία της βουλγαρικής στατιστικής υπηρεσίας, ο κλάδος του βουλγαρικού αγροτικού τομέα που όχι μόνο «διασώζεται» αλλά αναπτύσσεται και εξελίσσεται ταχέως, είναι η καλλιέργεια σιτηρών. Σήμερα η καλλιεργήσιμη επιφάνεια της Βουλγαρίας υπερβαίνει τα 3 εκατ. εκτάρια και κατανέμεται μεταξύ 250.900 γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Οι περιοχές του Blagoevgrad και της Φιλιππούπολης διαθέτουν τις περισσότερες γεωργικές εκμεταλλεύσεις, 38.600 (ή 10,4% στο σύνολο) και 30.500 (ή 8,2%) αντίστοιχα. Τα στατιστικά στοιχεία αναδεικνύουν την τάση σταδιακής συγκέντρωσης των αγροτικών εκτάσεων και, μάλιστα, προς όφελος εταιρικών σχημάτων (32% για εταιρείες και 18% για συνεταιρισμούς) έναντι των φυσικών προσώπων.
Τα δημητριακά καλλιεργούνται στο 60% περίπου της καλλιεργήσιμης επιφάνειας της χώρας. Μεταξύ των δημητριακών τη μεγαλύτερη καλλιεργήσιμη επιφάνεια καλύπτει το σιτάρι (1.137.462 εκτάρια το 2011) και ακολουθούν ο ηλίανθος (747.131 εκτάρια), το καλαμπόκι (399.421 εκτάρια) και το κριθάρι (178.993 εκτάρια).
Την περίοδο 2005–2011 οι συγκομισθείσες εκτάσεις παρουσίασαν μικρή αύξηση (+3%), αλλά η συνολική παραγωγή αυξήθηκε εντυπωσιακά (+36%), γεγονός που αναδεικνύει τη σημαντική βελτίωση της μέσης απόδοσης ανά εκτάριο και, κατ’ επέκταση, τη σχετική τεχνολογική εξέλιξη. Συγκεκριμένα, σε σχέση με το 2005 η μέση απόδοση των καλλιεργειών σίτου ενισχύθηκε κατά 24%, ενώ η αντίστοιχη απόδοση των καλλιεργειών κριθαριού κατά περίπου 60%. Αντιθέτως, όμως, το 2011 η αποδοτικότητα των εκτάσεων αραβοσίτου σημείωσε πτώση της τάξης του 11,5%.
Σύμφωνα με την αρμόδια υπηρεσία δημητριακών και ζωοτροφών, το 2011 η Βουλγαρία παρήγαγε 30% παραπάνω σίτο υψηλής ποιότητας, κατάλληλο, δηλαδή, για παρασκευή άρτου (με το ποσοστό του σίτου αυτού υψηλής ποιότητας να ανέρχεται στο 53% της συνολικής συγκομιδής). Την καλύτερη απόδοση στην παραγωγή σίτου πέτυχε η περιοχή της Dobrudzha και, συγκεκριμένα, οι περιφέρειες του Dobrich και της Silistra. Οι περιφέρεις του Dobrich και του Pleven κατέγραψαν τη μεγαλύτερη συνολική παραγωγή.
Ο κλάδος της βιολογικής γεωργίας είναι ακόμη σε πρώιμο στάδιο στη Βουλγαρία. Πάντως, οι παραγωγοί βιολογικών προϊόντων διαρκώς αυξάνονται, με πιο δημοφιλή μεταξύ τους τα δημητριακά, ιδίως δε το σίτο, τον αραβόσιτου, το κριθάρι και τη σίκαλη.
Εκτιμήσεις φετινής παραγωγής
Στα τέλη Οκτωβρίου – αρχές Νοεμβρίου 2012, δόθηκαν στη δημοσιότητα, από τις αρμόδιες περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας της χώρας, τα πρώτα στοιχεία αναφορικά με τη σπορά και συγκομιδή των βασικών δημητριακών το 2012. Σύμφωνα με τα εν λόγω στοιχεία, έως την 1η Νοεμβρίου 2012:
1. Είχαν σπαρθεί 9,8 εκατ. στρέμματα (980.000 εκτάρια) με σιτάρι έναντι 6,4 εκατ. στρεμμάτων την ίδια περίοδο του 2011. Στις αρχές του καλοκαιριού, ο Βούλγαρος Υπουργός Γεωργίας, κ. Miroslav Naydenov, προέβλεψε ότι η συνολική παραγωγή σίτου θα μειωθεί ελαφρώς, κινούμενη στους 3,8 με 3,9 εκατ. τόνους. Υποστήριξε, όμως, ότι η ποσότητα αυτή επαρκεί και για την κάλυψη των εσωτερικών αναγκών, που τις υπολόγισε σε 1,5 εκατ. τόνους, και για την πραγματοποίηση εξαγωγών.
2. Σε ότι αφορά το καλαμπόκι, έχουν έως τώρα συγκομισθεί 1,64 εκατ. τόνοι (99,2% των καλλιεργειών) με μέση απόδοση 3.700 κιλά ανά εκτάριο, μεγέθη σαφώς κατώτερα σε σχέση με τα επιτευχθέντα το 2011.
3. Η σπορά του κριθαριού ανήλθε στα 1,6 εκατ. στρέμματα (έναντι 1,1 εκατ. στρέμματα την ίδια περίοδο του 2011) και της σίκαλης στα 78.000 στρέμματα (έναντι περίπου 40.000 το 2011).
4. Η συγκομιδή του ηλίανθου έχει ολοκληρωθεί σε ποσοστό 99.4% και έως τώρα ανέρχεται σε 1,36 εκατ. τόνους. Αναμένεται, συνεπώς, να κυμανθεί σε επίπεδα παρόμοια με τα περυσινά, ίσως ελαφρώς χαμηλότερα.
5. Μεταξύ των φθινοπωρινών καλλιεργειών, κάμψη κατεγράφη μόνο στη σπορά της ελαιοκράμβης (1,7 εκατ. στρέμματα έναντι 2.1 το 2011).
Ενδιαφέρον για αγορά αγροτικής γης
Βάσει εκτιμήσεων του Συνδέσμου Ιδιοκτητών Αγροτικής Γης, οι προοπτικές για την αγορά αγροτικής γης το 2012–2013 είναι ευοίωνες. Εκτιμάται ότι με δεδομένη την αύξηση των διεθνών τιμών των τροφίμων, θα υπάρξει αυξημένο ενδιαφέρον για τη γεωργία και την αγορά αγροτικών γαιών στη Βουλγαρία. Τα 2/3 των αγοραπωλησιών γης στη Βουλγαρία το 2012 αφορούσαν σε γεωργικές εκτάσεις. Συνολικά, πραγματοποιήθηκαν 124.000 μεταβιβάσεις για περισσότερα από 120.000 εκτάρια αγροτικής γης. Παράλληλα επενδυτές, που αγόρασαν τα προηγούμενα χρόνια επιμέρους αγροτικά οικόπεδα, αφού τα ενοποίησαν, τώρα φαίνεται να προωθούν τη μεταπώλησή τους.
Έλληνες αγρότες στη Βουλγαρία
Οι Έλληνες παραγωγοί, που δραστηριοποιούνται στη Βουλγαρία, μπορούν να επωφεληθούν των κοινοτικών επιδοτήσεων (στρεμματικές – γεωργικές/οικολογικές) στην επικράτεια της χώρας. Παράλληλα, θα πρέπει να παρακολουθούν τα χρηματοδοτικά προγράμματα διεθνών οργανισμών, που δραστηριοποιούνται στη Βουλγαρία. Οι κοινοτικές επιδοτήσεις ακολουθούν το στρεμματικό (όχι το ιστορικό) μοντέλο και έχουν ως εξής:
1) Στρεμματικές ενισχύσεις. Οι κοινοτικές επιδοτήσεις λαμβάνονται μέσω της «Ενιαίας Στρεμματικής Ενίσχυσης». Η πληρωμή καθορίζεται ανά εκτάριο καλλιεργούμενης γης και δεν συνδέεται με την παραγωγή ή τον αριθμό των εκτρεφόμενων ζώων. Επιλέξιμες για ενίσχυση εκτάσεις είναι: 1. Καλλιεργούμενη γη, 2. Μόνιμες χορτολιβαδικές εκτάσεις (λιβάδια), 3. Εκτάσεις που καλύπτονται από μόνιμες καλλιέργειες (συμπεριλαμβανομένης της αμπέλου).
2) Γεωργικές-οικολογικές ενισχύσεις. Το μέτρο 214 «Γεωργο-Οικολογικές Ενισχύσεις» (ΓΟΕ) παρέχει ετήσια ενίσχυση για υλοποίηση γεωργικών δραστηριοτήτων που σκοπεύουν στην προστασία του περιβάλλοντος. Οι ΓΟΕ χορηγούνται σε αγρότες που αναλαμβάνουν εθελοντικά δεσμεύσεις για υλοποίηση γεωργικών-οικολογικών δραστηριοτήτων, σε συγκεκριμένη έκταση, για τουλάχιστον 5 χρόνια. Οι πληρωμές υπολογίζονται βάσει της συγκεκριμένης γεωργικής έκτασης, όπου πραγματοποιούνται οι καλλιεργητικές δραστηριότητες και κυμαίνονται από 20 – 505 ευρώ ανά εκτάριο. Στον κατάλογο των βασικών καλλιεργειών περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το σιτάρι και το καλαμπόκι.
Σταύρος Παϊσιάδης