Απώλειες μέχρι 40% για βαμβάκι και καλαμπόκι

  18/02/2013

Ως μια δυσανάλογη πρόταση που θα βλάψει τα συμφέροντα των αγροτών και την ευρύτερη οικονομία στην Ευρώπη,
καθώς και στην Ελλάδα, αντιμετωπίζει η Bayer CropScience την πρόταση της ΕΕ για αναστολή της έγκρισης των νεονικοτινοειδών. Και αυτό γιατί οι αντίστοιχες εφαρμογές είναι απαραίτητες και για τους Έλληνες παραγωγούς -ιδιαίτερα σε καλλιέργειες όπως το βαμβάκι και το καλαμπόκι- για την καταπολέμηση των καταστροφικών ασθενειών ενώ είναι ένα απαραίτητο εργαλείο για την αποτελεσματική διαχείριση της ανθεκτικότητας.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της Bayer CropScience στην Ελλάδα, Dr Hans Joachim Henn, ο οποίος απάντησε σε μια σειρά ερωτήσεων εκφράζοντας με αναλυτικό τρόπο την τοποθέτηση του παγκόσμιου κολοσσού των εφοδίων στο επίκαιρο θέμα των νεονικοτινοειδών:
«Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), εντόπισε ορισμένους άκρως θεωρητικούς κινδύνους για τις μέλισσες από την επένδυση σπόρων με βάση τα Imidacloprid, Clothianidin και Thiamethoxam (CNIs) και τα κοκκώδη προϊόντα εδάφους, όπως αναφέρεται σε έκθεση που δημοσιεύθηκε την 16η Ιανουαρίου, 2013. Η ίδια η EFSA αναγνώρισε σε αυτή την έκθεση ένα υψηλό επίπεδο αβεβαιότητας στην αξιολόγηση, η οποία οδήγησε σε αυτό το συμπέρασμα. Επιπλέον, η EFSA έλαβε υπόψη της κατά την αξιολόγηση του κινδύνου τα μέτρα άμβλυνσης του κινδύνου (π.χ. την υψηλή ποιότητα της επένδυσης σπόρων και την τεχνολογία εκτροπής), τα οποία έχουν τεθεί σε εφαρμογή στα κράτη μέλη και τα οποία υποστηρίχθηκαν έντονα από τους κύριους ενδιαφερόμενους.
Με βάση αυτή την αμφισβητήσιμη έκθεση, δυστυχώς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε την απαγόρευση της χρήσης των τριών νεονικοτινοειδών για όλες τις καλλιέργειες που είναι ελκυστικές για τις μέλισσες,  όχι μόνο στην επένδυση σπόρων, αλλά και στη χρήση με ψεκασμούς φυλλώματος.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι η ανησυχητική πτώση της υγείας των μελισσών μπορεί απλά να αντιστραφεί με τον περιορισμό της χρήσης αυτών των φυτοφαρμάκων, μια δήλωση που διαψεύδεται από επιστημονικές μελέτες».
Απόλυτα ασφαλής χρήση

Όπως τονίζει ο κ. Henn, «η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αγνοεί επίσης το γεγονός ότι αυστηροί κανονισμοί έχουν τεθεί σε εφαρμογή για την έγκριση των προϊόντων φυτοπροστασίας από τις αρμόδιες αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις αρχές των κρατών μελών, αποδεικνύοντας ότι τα νεονικοτινοειδή που περιέχουν τα προϊόντα φυτοπροστασίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ασφάλεια. Η σημερινή πρόταση της Επιτροπής είναι δυσανάλογη και θα βλάψει τα συμφέροντα των αγροτών και την ευρύτερη οικονομία στην Ευρώπη, καθώς και στην Ελλάδα.
Τα προϊόντα φυτοπροστασίας που περιέχουν νεονικοτινοειδή χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια, στην επένδυση σπόρων, καθώς και στους ψεκασμούς φυλλώματος.
Τα προϊόντα αυτά βοήθησαν τους Έλληνες αγρότες να γίνουν πιο αποδοτικοί στην παραγωγή τους, δεδομένου ότι είχαν μια μεγάλη συμβολή στην αύξηση της απόδοσης που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια, καθώς και στη βελτίωση της ποιότητας / αξίας του προϊόντος.
Η συμβατική χρήση των προϊόντων που περιέχουν νεονικοτινοειδή, τόσο στην επένδυση σπόρων όσο και στις εφαρμογές φυλλώματος δεν έχει δημιουργήσει ποτέ κανένα πρόβλημα στην Ελλάδα, ούτε για τον χειριστή, για τον καταναλωτή ούτε για το περιβάλλον ή τις μέλισσες. 
Αυτό αποδεικνύει ότι οι θεωρητικοί κίνδυνοι που εντοπίστηκαν έχουν διαχειριστεί μέσω της παρακολούθησης / καταγραφής, της βελτίωσης της ορθής διαχείρισης (stewardship) και των μέτρων ελαχιστοποίησης του κινδύνου. Ως εκ τούτου, τα νεονικοτινοειδή μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ασφάλεια, εάν εφαρμόζονται σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης».
Διαδεδομένη εφαρμογή στην Ελληνική Γεωργία
«Η επένδυση σπόρων με νεονικοτινοειδή είναι μια πρωτοποριακή τεχνολογία που προστατεύει όχι μόνο τους σπόρους, αλλά επίσης και τα πρώτα στάδια του φυτού, είτε αντικαθιστώντας την κοκκώδη εφαρμογή εδάφους και / ή μία έως δύο εφαρμογές ψεκασμού», τονίζει χαρακτηριστικά ο κ. Henn και συνεχίζει: «Επιτρέπει μια στοχευμένη και ακριβή φυτοπροστασία, συμβάλλοντας σημαντικά στο διαρκή στόχο των αγροτών να μειώσουν το κόστος παραγωγής τους και να γίνουν πιο κερδοφόροι. Επιπλέον, τα ανά εκτάριο ποσοστά χρήσης μιας επένδυσης σπόρων με νεονικοτινοειδή είναι 10 φορές χαμηλότερη σε σύγκριση με μια εφαρμογή ψεκασμού, έχοντας επίσης ένα θετικό αποτέλεσμα και για το περιβάλλον. Οι εφαρμογές ψεκασμού με νεονικοτινοειδή είναι επίσης απαραίτητες για τους Έλληνες παραγωγούς για την καταπολέμηση των καταστροφικών ασθενειών και είναι ένα απαραίτητο εργαλείο για τη διαχείριση της ανθεκτικότητας. Η συμβατική χρήση των προϊόντων που περιέχουν νεονικοτινοειδή δεν έχει δημιουργήσει ποτέ κανένα πρόβλημα στην Ελλάδα, ούτε για τον χειριστή, για τον καταναλωτή ούτε για το περιβάλλον ή τις μέλισσες.»
Ασφάλεια για τον χρήστη και το περιβάλλον
Έκκληση στην ελληνική κυβέρνηση να ασκήσει το δικαίωμα να εκφράσει τη γνώμη της στο επίπεδο της ΕΕ και να απορρίψει εντελώς αυτή τη δυσανάλογη πρόταση της ΕΕ πραγματοποιεί η Bayer CropScience διά στόματος του επικεφαλής της στην Ελλάδα: «Εχοντας το αίσθημα της ευθύνης για το περιβάλλον και με την ανησυχία για τη μείωση της υγείας των μελισσών, η Bayer CropScience συμβάλλει σημαντικά στην επίτευξη ερευνητικών δραστηριοτήτων με σκοπό να βρει την πραγματική αιτία του προβλήματος. Η υγεία των μελισσών είναι ένα περίπλοκο θέμα, αλλά μετά από όλη την έρευνα που γίνεται υπάρχει συναίνεση ότι η κύρια αιτία της μείωσης της υγείας των μελισσών είναι η βαροϊκή ακαρίαση. Η απαγόρευση της χρήσης νεονικοτινοειδών σε καλλιέργειες ελκυστικές για τις μέλισσες από την άλλη πλευρά δεν θα έχει θετικό αντίκτυπο στην υγεία των μελισσών, καθώς τα νεονικοτινοειδή δεν θεωρούνται αιτία αυτού του προβλήματος.
Αυτό που περιμένουμε είναι πρώτα απ’ όλα ότι οι Έλληνες παραγωγοί που τελικά επηρεάζονται κυρίως από την απαγόρευση των νεονικοτινοειδών θα πρέπει να υψώσουν τη φωνή τους, και να εκφράσουν τις προσδοκίες τους. Από την ελληνική πρακτική τα τελευταία χρόνια έχει αποδειχθεί ότι τα νεονικοτινοειδή μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ασφάλεια και έτσι δεν υπάρχει καμία ανάγκη για τη βιαστική λήψη απόφασης».
Η επόμενη μέρα
«Στην Ελλάδα περισσότερο από το 90% των σπόρων βαμβακιού και περισσότερο από το 70% των σπόρων καλαμποκιού επενδύονται με νεονικοτινοειδή», αναφέρει χαρακτηριστικά ο επικεφαλής της Bayer CropScience στην Ελλάδα στην προσπάθειά του να σκιαγραφήσει την επόμενη μέρα από την αναστολή της χρήσης των νεονικοτινοειδών και συμπληρώνει: «Στο βαμβάκι η προστασία που παρέχεται από την επένδυση σπόρων κατά τη διάρκεια της πρώιμης ανάπτυξης του φυτού είναι σημαντική για την αποδοτικότητα της καλλιέργειας, καθώς έχει αποφασιστική επιρροή στην απόδοση και την ποιότητα του βαμβακιού. Στο καλαμπόκι, μια απαγόρευση της επένδυσης σπόρων με νεονικοτινοειδή θα άφηνε τους Έλληνες παραγωγούς χωρίς προστασία των καλλιεργειών τους ενάντια στην αυξανόμενη προσβολή με Diabrotica virgifera, ένα παράσιτο που μπορεί να καταστρέψει την καλλιέργεια, εάν δεν ελεγχθεί αποτελεσματικά».
Σε εγκατάλειψη
Σύμφωνα με τον κ. Henn, «η απώλεια της τεχνολογίας επένδυσης σπόρων με νεονικοτινοειδή θα οδηγήσει σε απώλειες παραγωγικότητας του 20-40%, ενώ την ίδια στιγμή το κόστος παραγωγής (ενέργεια, χρόνος) θα αυξηθεί καθώς θα γίνουν απαραίτητες και πρόσθετες κοκκώδεις εφαρμογές εδάφους και ψεκασμού φυλλώματος. Και οι δύο μαζί θα μειώσουν δραματικά την κερδοφορία του καλαμποκιού και του βαμβακιού και αναμένεται ότι σε μεγάλες περιοχές της Ελλάδας αυτές οι καλλιέργειες θα πρέπει να εγκαταλειφθούν. Εκατοντάδες Έλληνες παραγωγοί και οι οικογένειές τους θα χάσουν την οικονομική τους βάση.
Η απώλεια των εφαρμογών φυλλώματος με νεονικοτινοειδή θα αφαιρέσει από τους Έλληνες παραγωγούς αποδοτικά προϊόντα για την καταπολέμηση των πιο βλαβερών εντόμων σε πολλές καλλιέργειες, καθοριστικής σημασίας, όπως οπωροφόρα, λαχανικά και βαμβάκι. Η αειφόρος διαχείριση της ανθεκτικότητας χωρίς εφαρμογές φυλλώματος μοιάζει δύσκολη, αν όχι αδύνατη, με όλες τις συνέπειες από τα ανθεκτικά έντομα. Η ζημιά από την απώλεια των εφαρμογών φυλλώματος ίναι δύσκολο να μετρηθεί ποσοτικά, αλλά σίγουρα οι Έλληνες θα έχουν δυσκολίες στην παραγωγή φρούτων και λαχανικών ποιότητας, που απαιτούνται για την επιτυχή εμπορία, ενώ το κόστος παραγωγής θα αυξηθεί. Η ελληνική γεωργία θα χάσει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα στην παραγωγή ορισμένων φρούτων και λαχανικών και έτσι θα χάσει μέρος των δυνατοτήτων της να συμβάλει στην ανάκαμψη της χώρας».