Δεν ζεις οικογένεια με 70 στρέμματα

Αναγκαιότητα οι συνεργασίες μεταξύ των εκμεταλλεύσεων στην Ελλάδα για να μειωθεί το κόστος παραγωγής

  04/02/2013


«Στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 2000, ένας αγρότης με 50-70 στρέμματα βαμβάκι ζούσε την οικογένειά του. Σήμερα, με την ισχύουσα Κοινή Αγροτική Πολιτική χρειάζεται τουλάχιστον 100, ενώ μετά το 2014 θα χρειάζεται 150-200 στρέμματα».
Τα παραπάνω τονίζει, σε σχετική του μελέτη ο καθηγητής στο Εργαστήριο Γεωργικής Μηχανολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Θεοφάνης Γέμτος, σημειώνοντας ότι ένα μέρος των εκμεταλλεύσεων μεγεθύνθηκε και θα ανταποκριθεί, ένα μεγάλο μέρος τους όμως θα αντιμετωπίσει πρόβλημα επιβίωσης. Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον καθηγητή, πρέπει να βρεθούν τρόποι να αυξηθούν τα εισοδήματα των αγροτών. Για όσους έχουν μεγάλες εκτάσεις πρέπει να εντοπιστούν τρόποι μείωσης του κόστους παραγωγής για να αυξηθεί το εισόδημά τους, ενώ για όσους έχουν μικρές μονάδες νέες δραστηριότητες που να εξασφαλίσουν εισόδημα.
Το Εργαστήριο Γεωργικής Μηχανολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, σημειώνει ο κ. Γέμτος, μελέτησε και τις δύο παραπάνω περιπτώσεις:
Το κόστος παραγωγής, όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά, αποτελείται από μία σειρά στοιχείων, όπως το κόστος χρήσης των μηχανημάτων, το κόστος του πετρελαίου και των εφοδίων κ.λπ.
«Η διατήρηση και χρήση μηχανημάτων έχει υψηλό κόστος. Αν αγοράσετε ένα τρακτέρ που κάνει 60.000 ευρώ και υπολογίσετε ένα ετήσιο επιτόκιο 5-8% και 15 χρόνια ζωής, τότε κάθε χρόνο χρειάζεστε 7.000 ευρώ για αποσβέσεις. Αν έχετε 200 στρέμματα αυτό επιβαρύνει με 30 ευρώ/στρ. ενώ αν έχετε 1.000 στρέμματα με 7 ευρώ/στρ.» αναφέρει ως παράδειγμα ο κ. Γέμτος.
Είναι προφανές, διευκρινίζει ο ίδιος, ότι θα πρέπει να βρεθούν τρόποι οι αγρότες να λειτουργούν το τρακτέρ σε περισσότερα στρέμματα για να έχουν χαμηλότερο κόστος. Πώς θα γίνει όμως αυτό; «Είτε θα έχουν οι μεμονωμένοι αγρότες τα στρέμματα είτε θα κάνουν ομάδες που θα αξιοποιούν από κοινού τα χωράφια για να έχουν χαμηλό κόστος. Παράλληλα, θα πρέπει να οργανώσουν σωστά τη χρήση τους για να έχουν χαμηλό κόστος» απαντά ο καθηγητής.
Αναφέρεται ακόμη και σε τεχνικές της καλλιέργειας που μειώνουν το κόστος. «Η εισαγωγή αμειψισπορών- λέει- εκτός από τα περιβαλλοντικά οφέλη θα έχει σημαντική αύξηση των περιθωρίων κέρδους. Θα βελτιώσει μακροχρόνια τις αποδόσεις, ενώ θα περιορίσει τις εισροές σε χημικά. Λιγότερα παράσιτα άρα και ψεκασμοί. Εάν έχετε ψυχανθή στην αμειψισπορά θα χρειαστείτε λιγότερο άζωτο. Η μείωση της κατεργασίας του εδάφους θα περιορίσει το αντίστοιχο κόστος. Η ορθή εφαρμογή των εισροών όταν και όπου χρειάζονται μπορεί επίσης να βελτιώσει την παραγωγή, την ποιότητα των προϊόντων, να μειώσει το κόστος παραγωγής και να περιορίσει τις επιπτώσεις στο περιβάλλον».
Μικρά αγροκτήματα
Είναι προφανές, τονίζει συμπερασματικά ο κ. Γέμτος, ότι όλα όσα αναφέρθηκαν μπορούν να βοηθήσουν όσους έχουν μεγάλες εκτάσεις. Όσοι, όμως, έχουν μικρά αγροκτήματα τότε θα πρέπει να βρουν τρόπους να δημιουργήσουν απασχόληση (πολλά μεροκάματα το χρόνο) και εισόδημα.
Δύο είναι οι κατευθύνσεις: Στροφή προς την κτηνοτροφία ή στροφή προς τα οπωροκηπευτικά. Για τα οπωροκηπευτικά σημειώνει ότι είναι καλλιέργειες που απαιτούν πολλή ανθρώπινη εργασία -άρα πολλά μεροκάματα- αλλά δίνουν υψηλό εισόδημα. «Φυσικά δεν συζητώ», εξηγεί ο ίδιος «για λαχανόκηπους των 2,3 ή 5 στρεμμάτων αλλά για μεγάλη καλλιέργεια, εκμηχανισμένη, με μεγάλη παραγωγή που θα μπορεί να ανταγωνιστεί την όποια αντίστοιχη παραγωγή σε κάθε αγορά της Ευρώπης ή του κόσμου.
Είναι προφανές ότι όλα αυτά δεν αναφέρονται σε μεμονωμένες μικρο-εκμεταλλεύσεις αλλά σε ομάδες παραγωγών με χιλιάδες στρέμματα που θα έχουν δυνατότητα διαπραγμάτευσης του κόστους των εφοδίων, προώθηση των προϊόντων στις αγορές και διαπραγμάτευση των τιμών. Οφείλω να τονίσω ότι εάν συνεχίσει ο κάθε ένας μεμονωμένα θα είναι συνεχώς ο αδύναμος κρίκος της αλυσίδας της παραγωγής και θα καρπούται ένα πολύ μικρό μέρος της αξίας του προϊόντος» εξηγεί ο κ. Γέμτος.
Κείμενο με στοιχεία από το ΑΠΕ-ΜΠΕ