Προβληματισμένοι όμως είναι οι βουβαλοτρόφοι και με την έλλειψη βοσκοτόπων στους ελληνικούς υγρότοπους. «Δεν υπάρχουν έλεγχοι από τους υπηρεσιακούς παράγοντες και στις διαμαρτυρίες μας, για την αυθαίρετη εκχέρσωση βοσκοτόπων, δεν μας δίνουν σημασία», επισημαίνει ο κ. Γιαντσίδης. Τα βουβάλια τους καλοκαιρινούς μήνες είναι σε ελεύθερη βοσκή και τον υπόλοιπο χρόνο τρέφονται με ενσίρωμα καλαμποκιού και άχυρο. Τα παλιότερα χρόνια η πάχυνση των ζώων γινόταν με την ελεύθερη βόσκηση, σήμερα όμως με την έλλειψη βοσκοτόπων χρειάζονται ζωοτροφές. «Θα πρέπει σε ένα υγρότοπο, που μπορούν να επιβιώσουν τα βουβάλια, οι αρμόδιοι να δώσουν τη δυνατότητα στους βουβαλοτρόφους να έχουν τις αναγκαίες βοσκήσιμες εκτάσεις», τονίζει.
Από το γάλα του βουβάλου παράγεται ποικιλία προϊόντων, όπως γιαούρτι, διάφορα είδη τυριών, παγωτό και συμπυκνωμένο γάλα. Το βουβαλίσιο γάλα έχει ευεργετικές επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό, ιδιαίτερα σε όσους έχουν προβλήματα αλλεργιών, ψωρίασης, εκζέματα ή δυσανεξία στη λακτόζη. Το φρέσκο γάλα ειδικά συνιστάται ως τροφή αδύνατων και ασθενών ανθρώπων.
Το κρέας του βουβάλου, όπως και το γάλα, έχει υψηλότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη από τα αντίστοιχα προϊόντα που προέρχονται από τα κοινά βοοειδή. Ενώ, όμως, η περιεκτικότητα σε λίπος του γάλακτος βουβάλου είναι κατά πολύ υψηλότερη σε σύγκριση με το γάλα αγελάδας, η περιεκτικότητα του κρέατος βουβάλου σε λίπος είναι χαμηλότερη σε σύγκριση με το κρέας των κοινών βοοειδών.
Ο καθηγητής Ανδρέας Γεωργούδης, με τη μελέτη που έκανε για την ελληνική βουβαλοτροφία, βοήθησε να μπει ο ελληνικός βούβαλος, από το 1997, σε κοινοτικό πρόγραμμα προστασίας. Με το πρόγραμμα αυτό επεκτάθηκε η βουβαλοτροφία σε όλη την Ελλάδα.
Ο Κτηνοτροφικός Συνεταιρισμός Βουβαλοτρόφων Ελλάδας (Κ.Σ.Β.Ε.) ιδρύθηκε το 2004, με σκοπό την γενετική βελτίωση και προώθηση του ελληνικού βούβαλου στην περιοχή της Βόρειας Ελλάδας αρχικά και στην συνέχεια σε όποιες περιοχές υπάρχει βουβαλοτροφία. Πρώτος στόχος ήταν η καταγραφή των βουβαλιών στη χώρα μας. Παρά την παγκόσμια αύξηση του βουβαλιού, τα τελευταία 30 χρόνια, σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), στην Ελλάδα ο αριθμός των βουβάλων άρχισε να μειώνεται δραματικά κυρίως τις δεκαετίες του '60 και του '70. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις αρχές της δεκαετίας του '80 είχαν απομείνει περίπου 1.000 βούβαλοι. Τα επόμενα χρόνια παρουσίασε μια μικρή ανάκαμψη ο αριθμός των ζώων. Από τους 1.012 βούβαλους που υπήρχαν το 2004, ο αριθμός τους το 2011 έφτασε περίπου στους 3.248. Όμως μετά ακολούθησε η οικονομική κρίση και τα κοπάδια παρουσιάζουν φθίνουσα πορεία. Ο μεγαλύτερος αριθμός βουβαλιών σήμερα βρίσκεται στη λίμνη Κερκίνη, ακολουθούν τα κοπάδια στον Αξιό και στον Λαγκαδά.
Στην Ελλάδα υπάρχουν αυτοί την στιγμή 11 υγρότοποι ιδανικοί για την ανάπτυξη των βουβαλιών, οι οποίοι είναι:
1. Λιμνοθάλασσα Κοτύχι και Δάσος Στροφυλιάς
2. Λιμνοθάλασσα Μεσσολογγίου
3. Αμβρακικός Κόλπος
4. Λίμνη Μικρή Πρέσπα
5. Δέλτα Αξιού - Λουδία - Αλιάκμονα και Αλύκη Κίτρους
6. Λίμνες Κορώνεια
7. Λίμνη Κερκίνη
8. Δέλτα Νέστου
9. Λίμνη Βιστωνίδα - Λιμνοθάλασσα Πόρτο Λάγος
10. Λίμνη Ισμαρίδα & σύμπλεγμα λιμνοθαλασσών
11. Δέλτα Έβρου
Σταύρος Παϊσιάδης
info@agrotypos.gr